ΖΗΝΟΒΙΑ… το πιο διάσημο ναυάγιο της Μεσογείου (Μέρος 1ο)

Στίχοι του Γιάννη Σκαρίμπα… «βγαλμένοι, όπως θα ΄λεγε και ο λαός, κυριολεκτικά απ’ τη ζωή»….

Σπασμένο καράβι, να ‘μαι πέρα βαθειά

έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά
να κοιμάμαι
Να ‘ναι αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω…
…Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβερές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές…
 

…Έτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό…

Για όλους εκείνους που δεν είναι και τόσο φανατικοί οπαδοί των  εθίμων και των   παραδόσεων, οι διακοπές του Πάσχα αποτελούν μια καλή χρονική περίοδο για μικρές ή μεγάλες καταδυτικές αποδράσεις, εντός ή εκτός συνόρων. Ψάχνοντας λοιπόν στο χάρτη για κάτι κοντινό και σχετικά οικονομικό, σκοντάψαμε πάνω στη μεγαλόνησο, που ως γνωστόν φιλοξενεί ένα παγκοσμίας φήμης ναυάγιο, που υπόσχεται καταδύσεις υψηλών προδιαγραφών και απαιτήσεων. Οι περισσότεροι θα έχετε φυσικά καταλάβει ότι αναφέρομαι στο Ζηνοβία, το οποίο ακόμη και οι Times του Λονδίνου με άρθρο τους το 2003, το είχαν συμπεριλάβει στα δέκα καλύτερα ναυάγια του κόσμου!!!

Χωρίς λοιπόν να χάσουμε καθόλου χρόνο, αρχίσαμε τη συλλογή πληροφοριών μέσω του διαδικτύου, σχετικά με τα καταδυτικά κέντρα που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο. Η άμεση αντίδραση στα email μας  και η αναλυτική παρουσίαση ενός άρτιου, προσιτού οικονομικά και με ενδιαφέρον δομημένου καταδυτικού προγράμματος εκ μέρους του Αλέξανδρου Παπανδρέου, που εκπροσωπούσε το Nemo Dive Centre, ήταν οι παράγοντες που τελικά  καθόρισαν την  επιλογή μας. Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να το αποδώσω απλά στην τύχη ή στην εξαιρετική συνέπεια, που ανέβλυζε μέσα από κάθε διαδικτυακή επικοινωνία με τον Alex, όπως είναι γνωστός στη Λάρνακα, αλλά σίγουρα κάναμε την καλύτερη δυνατή επιλογή, η οποία αποτέλεσε το βασικό συστατικό μιας πετυχημένης συνταγής…

Ανήκοντας στην κατηγορία των ανθρώπων που αγαπούν και σέβονται αυτό με το οποίο ασχολούνται, ο Αλέξανδρος κάνει τη δουλειά του με πάθος επιδιώκοντας τη μέγιστη ευχαρίστηση των πελατών  του. Από την πρώτη στιγμή, με το χαμόγελο και τη φιλική του διάθεση μας δημιούργησε συνθήκες οικειότητας  και με την προθυμία του να μας
εξυπηρετήσει ακόμη και σε θέματα που δεν άπτονταν των υποχρεώσεων του, μας έκανε να καταλάβουμε ότι, ευτυχώς για εμάς,  ανήκει σε αυτούς τους λίγους, που ακόμη εκτιμούν και υπολογίζουν την αξία της μοναδικότητας του ανθρώπινου παράγοντα και δεν  υπηρετούν μόνο εμπορικά ένστικτα !!! Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος , για τον οποίο είχε αποφασίσει να είναι ο αποκλειστικός συνοδός μας, σε όλη την έκταση του καταδυτικού μας προγράμματος. Το γεγονός αυτό όπως εύλογα καταλαβαίνει κανείς, είχε για εμάς  διπλό όφελος. Αφενός , μας έδινε τη δυνατότητα συν τω  χρόνω,  να αναπροσαρμόζουμε το εν λόγω καταδυτικό  πρόγραμμα, ανάλογα με τις επιθυμίες μας και αφετέρου, μας επέτρεπε να ξοδέψουμε αφειδώς σε φωτογραφικά στιγμιότυπα.

Με μόνη εξαίρεση τις δύο καταδύσεις της πρώτης ημέρας, όλες οι υπόλοιπες, συμπεριλαμβανομένης και της νυχτερινής, έγιναν στο Ζηνοβία. Για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι, το σουηδικό πλοίο τον Ιούνιο του 1980 και ενώ εκτελούσε το παρθενικό του ταξίδι  με προορισμό τη Συρία, βυθίστηκε μαζί με το πολύτιμο φορτίο του, αξίας περίπου 200 εκ. λιρών, λίγο έξω από το λιμάνι της Λάρνακας. Το μηχανικό πρόβλημα που έκανε το Ζηνοβία να περάσει στην αιωνιότητα, είχε να κάνει με τις αντλίες που ρύθμιζαν το σύστημα αντιστάθμισης και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά, ενώ το πλοίο βρισκόταν εν πλω και κατευθυνόταν από το λιμάνι του Ηρακλείου, προς Αθήνα. Όταν αγκυροβόλησε στο λιμάνι του Πειραιά, στις δεξαμενές του είχε πολύ περισσότερο νερό από το επιτρεπόμενο, κάτι που είχε επηρεάσει σημαντικά την ισορροπία του. Μετά την άντληση του επιπλέοντος νερού, λανθασμένα, όπως αποδείχτηκε αργότερα, θεωρήθηκε ότι το πρόβλημα είχε λυθεί και έτσι το πλοίο συνέχισε το ταξίδι του, με προορισμό τη Λάρνακα. Φτάνοντας στο κυπριακό  λιμάνι διαπιστώθηκε πάλι ότι, ο υπολογιστής που έλεγχε την άντληση νερού δεν λειτουργούσε  και δυστυχώς στις πλαϊνές δεξαμενές του καραβιού εισέρεε νερό ανεξέλεγκτα. Μοιραία το πλοίο, αφού εκκενώθηκε από επιβάτες και προσωπικό,  ρυμουλκήθηκε σε απόσταση περίπου 2000μ.  από το λιμάνι και αγκυροβόλησε εκεί, παίρνοντας σιγά σιγά κλίση προς τα δεξιά, αφού τελικά δεν υπήρξε λύση εφαρμόσιμη σε εύλογο χρονικό διάστημα . Το ημερολόγιο έδειχνε 7 Ιουνίου και ώρα 2.30 τα ξημερώματα, όταν  το Ζηνοβία «επέλεγε» την οριστική του θέση, ακουμπισμένο στον κυπριακό βυθό, σε βάθος 42 μ. Μαζί με το βυθισμένο κουφάρι, «το εισιτήριο της διασημότητας» κέρδιζαν  αυτόματα  και τα εμπορεύματα που κουβαλούσε , που ξεπερνούσαν τα 104 φορτηγά, τα αυτοκίνητα, τα συστήματα κλιματισμού, τα φαγώσιμα κ.α. πολλά!!!  Όλα μαζί πλέον έχουν γίνει ένα με το υγρό στοιχείο και σαν εικόνες βγαλμένες από ταινία του Κουστουρίτσα, ποζάρουν προκλητικά, αφήνοντας τη φαντασία του επισκέπτη να οργιάζει…

Κανείς πια δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι, ο χρόνος που πέρασε έκανε το ανθρώπινο αυτό δημιούργημα να ενσωματωθεί πλήρως με τη φύση. Ο τρόπος που έχει ακουμπήσει στο βυθό δημιουργεί μια μεγάλη γκάμα καταδυτικών ευκαιριών, η οποία σχετίζεται με όλα τα αναγνωρισμένα επίπεδα. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που το συγκεκριμένο ναυάγιο έχει μπει στη λίστα της παγκόσμιας ελίτ και συγκεντρώνει κάθε χρόνο τεράστιους αριθμούς δυτών από όλες τις γωνιές του πλανήτη. Για όσους λοιπόν  στερούνται εμπειρίας, μια βόλτα κατά μήκος της δεξιάς πλευράς του πλοίου, κολυμπώντας περίπου στα 16 με 18 μ., με ευκολία θα περνούσε στη σφαίρα των αναμνήσεων σαν μία εκπληκτική βουτιά, που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για ένα επόμενο καταδυτικό αστέρι. Έτσι άλλωστε, οι δύτες αυτοί θα έπαιρναν «το εισιτήριο» και για μια μελλοντική επίσκεψη  στο πρώτο garage, ζώντας με αυτόν τον τρόπο, το θρύλο του ναυαγίου εκ των έσω.  Για τους λάτρεις όμως  της περιπέτειας, οι οποίοι βέβαια έχουν «γραμμένες πολλές ώρες πτήσης» στο ενεργητικό τους, υπάρχει το δεύτερο  garage, το οποίο σαν κατάδυση ισοδυναμεί με νυχτερινή, ανεξάρτητα πια ώρα της ημέρας θα βρεθεί κάποιος εκεί. Βουτηγμένο επίσης στα μαύρα σκοτάδια είναι  και το μηχανοστάσιο, το οποίο σίγουρα αποτελεί έναν προορισμό για γερά νεύρα και απίστευτα αποθέματα ψυχραιμίας!!! Τέλος, το τμήμα των καταλυμάτων απευθύνετε και αυτό σε δύτες έμπειρους, που έχουν προσθέσει πολλές σελίδες καταδύσεων στα προσωπικά τους log books!

Η πληθωρική και συνάμα επιβλητική παρουσία των βυθισμένων φορτηγών μέσα και έξω από το ναυάγιο, είναι  το δεύτερο στοιχείο που συνέβαλε σημαντικά στο να γίνει τελικά το Ζηνοβία τόσο διάσημο ανά τον κόσμο. Το ανθρώπινο μυαλό έχοντας μάθει να δουλεύει με στερεότυπα, δυσκολεύεται να κατανοήσει την εικόνα μιας νταλίκας στολισμένης με πράσινη άλγη και περιστοιχισμένης από ευτραφείς ροφούς και πολυάριθμα barracuda… Σαργοί  ή σφυρίδες «κάθονται» τώρα στο τιμόνι, έχοντας το ρόλο του οδηγού σε αυτό το χωρίς προορισμό ταξίδι, που εκτυλίσσεται από τα 18 μέχρι τα 42 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Ένας μικρός βαλιστής, που συχνάζει εκεί που οι δύτες κάνουν την τελευταία καθιερωμένη στάση τους, μοιάζει να έχει επωμιστεί το ρόλο ναύτη που στέκεται στη γέφυρα και  ελέγχει ότι, όλα βαίνουν καλώς… Μια σμέρνα που έχει βολευτεί για τα καλά κοντά στην προπέλα, έχει δημιουργήσει σχέσεις που διέπονται από οικειότητα με τους ντόπιους, που τη φωνάζουν με το δικό της όνομα… Μικρά ή μεγάλα γυμνοβράγχια έρπουν μέσα στα πλαγιασμένα οχήματα παριστάνοντας με σουρεαλιστική διάθεση τους απόντες επιβάτες… Και τι ειρωνεία, υποθαλάσσιοι κάτοικοι «ατενίζουν» το απέραντο γαλάζιο από την καμπίνα του καπετάνιου, όπως ακριβώς έκανε και εκείνος, προτού το καράβι συνδέσει άρρηκτα τη μοίρα του με τον υγρό τάφο του…

Όλα αυτά και άλλα πολλά, διαδραματίζονται στον εξωτερικό χώρο του ναυαγίου, που είναι τόσο συναρπαστικός, όσο και ο εσωτερικός. Μόνο που στον δεύτερο προστίθεται και η πινελιά του μυστηρίου, η οποία γεννά με τη σειρά της σημαντικές δόσεις αδρεναλίνης, που στοιχειώνουν ευχάριστα τους υποψήφιους θεατές! Αρκετές  οι πιθανές είσοδοι-έξοδοι που οδηγούν στο πρώτο ή στο δεύτερο garage, στις καμπίνες  ή στους διαδρόμους του καραβιού, στο μηχανοστάσιο ή στην καφετέρια… Το φως, είδος προς εξαφάνιση στα περισσότερα από αυτά τα σημεία, οπότε οι φακοί αποτελούν απαραίτητο αξεσουάρ. Η ψυχραιμία αποτελεί και αυτή αναπόσπαστο κομμάτι του βασικού εξοπλισμού, που θα συνηγορήσει με το δικό της τρόπο, στο ευ ζην των τολμηρών εξερευνητών. Με πλευστότητα που αγγίζει τα όρια ψαρίσιας σιλουέτας, οι δύτες πρέπει να κινούνται με ιδιαίτερη προσοχή στο ανορθόδοξο αυτό περιβάλλον, που πλαισιώνεται από κόκκινα χαλιά, ρολά από νάιλον, λεκάνες σπασμένες, καλώδια ξεχαρβαλωμένα, σίδερα σκουριασμένα, μπαούλα πεταμένα, πινακίδες μισοσβησμένες, υφάσματα κουρελιασμένα, τζάμια θρυμματισμένα και ότι άλλο μπορεί να επιστρατεύσει η ανθρώπινη φαντασία!!!

Και ο πιο διάσημος ζωγράφος θα ζήλευε τα χρώματα που συγκεντρώνονται χυμένα στο βυθισμένο ηλεκτρικό πίνακα, που άλλοτε έδινε ζωή στο πλοίο. Οι σκάλες ντυμένες και αυτές στα πράσινα, παραμένουν στις θέσεις τους, περιμένοντας να συνδέσουν και πάλι τα διαφορετικά επίπεδα του πλοίου μεταξύ τους. Λάστιχα αυτοκινήτων και φορτηγών, που από μαύρα έχουν γίνει άσπρα, εξαιτίας των σφουγγαριών που έχουν κτίσει τις αποικίες τους επάνω τους, κείτονται διάσπαρτα στο χώρο ή παραμένουν φορεμένα, έχοντας χάσει για πάντα την ευκαιρία να λιώσουν σε κάποια άσφαλτο. Μηχανές οχημάτων βουτηγμένες στη σκουριά, αδύναμες πια να επιτελέσουν αυτό για το οποίο κατασκευάστηκαν, δεν θα μπορέσουν ποτέ να φτιαχτούν από κανένα μηχανικό. Εξατμίσεις που αιωρούνται, λες και προορίζονταν για κάποιο μελλοντικό όχημα του διαστήματος,  αδυνατούν να ηχήσουν όπως παλιά. Τράκτορες αποκομμένοι από τα ρυμουλκούμενα τμήματά τους, θα συνεχίσουν μόνοι τους πια το ταξίδι στο χρόνο, στερημένοι για πάντα των πολύτιμων υπηρεσιών τους μεταφοράς. Κόκκαλα από ζώα, που για κάποιους λόγους, δεν απομακρύνθηκαν πριν το μοιραίο ραντεβού με το άγνωστο και τα οποία υπογραμμίζουν την τραγικότητα της απώλειας, που είναι συνδεδεμένη με κάθε ναυάγιο, ανατριχιάζουν το θεατή. Μουσαμάδες και ξύλα, που άλλοτε αποτελούσαν βασικά συστατικά στιγμών καθημερινότητας του πλοίου, τώρα έχουν περάσει στην αχρηστία, φθαρμένα από την αλμύρα της θάλασσας.

(συνέχεια την επόμενη εβδομάδα)

Άρθρο από: Κατερίνα Κανελλοπούλου

Φωτογραφίες από: Βασίλη Αθανασίου